Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disponer
01
τακτοποιώ
organizar o colocar cosas de una manera ordenada o adecuada
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
dispongo
γ΄ ενικό πρόσωπο
dispone
ενεστώτα μετοχή
disponiendo
απλός αόριστος
dispuso
παθητική μετοχή
dispuesto
Παραδείγματα
Hay que disponer las sillas en círculo.
Πρέπει να τοποθετήσετε τις καρέκλες σε κύκλο.
02
διατάσσω
establecer o asignar algo de manera formal o dejarlo preparado para un fin específico
Παραδείγματα
El contrato dispone las condiciones del acuerdo.
Η σύμβαση ορίζει τους όρους της συμφωνίας.



























