dislocar

Ορισμός και σημασία του "dislocar"στα ισπανικά

dislocar
01

εξαρθρώνω, μετατοπίζω

sacar un hueso de su posición normal en una articulación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
disloco
γ΄ ενικό πρόσωπο
disloca
ενεστώτα μετοχή
dislocando
απλός αόριστος
dislocó
παθητική μετοχή
dislocado
Παραδείγματα
Es común dislocarse un dedo jugando baloncesto.
Είναι συνηθισμένο να ξεβιδώσεις ένα δάχτυλο παίζοντας μπάσκετ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store