dislocar
dis
diz
diz
lo
lo
lo
car
ˈkaɾ
kar
estudiaralmorzarsobornarescampar

Ορισμός και σημασία του "dislocar"στα ισπανικά

dislocar
01

εξαρθρώνω, μετατοπίζω

sacar un hueso de su posición normal en una articulación 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
disloco
γ΄ ενικό πρόσωπο
disloca
ενεστώτα μετοχή
dislocando
απλός αόριστος
dislocó
παθητική μετοχή
dislocado
Παραδείγματα
El futbolista se dislocó el hombro durante el partido. 

Ο ποδοσφαιριστής εξάρθρωσε τον ώμο του κατά τη διάρκεια του αγώνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store