Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
diplomático
01
διπλωματικός, τακτικός
relativo a la diplomacia o hecho con tacto y habilidad para evitar ofensas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
diplomático
αρσενικό πληθυντικό
diplomáticos
θηλυκό ενικό
diplomática
θηλυκό πληθυντικό
diplomáticas
Παραδείγματα
La inmunidad diplomática lo protege.
Η διπλωματική ασυλία τον προστατεύει.
El diplomático
01
διπλωμάτης, διπλωματικός αντιπρόσωπος
una persona que representa a su país en relaciones internacionales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
diplomáticos
Παραδείγματα
El joven diplomático fue asignado a Asia.
Ο νέος διπλωμάτης ανατέθηκε στην Ασία.



























