diplomático
dip
dip
dip
lomá
ˈloma
loma
ti
ti
ti
co
ko
ko
catedráticosociopáticoemblemáticosintomático

Ορισμός και σημασία του "diplomático"στα ισπανικά

diplomático
01

διπλωματικός, τακτικός

relativo a la diplomacia o hecho con tacto y habilidad para evitar ofensas 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
diplomático
αρσενικό πληθυντικό
diplomáticos
θηλυκό ενικό
diplomática
θηλυκό πληθυντικό
diplomáticas
Παραδείγματα
El canal diplomático permaneció abierto. 

Το διπλωματικό κανάλι παρέμεινε ανοιχτό.

El diplomático
01

διπλωμάτης, διπλωματικός αντιπρόσωπος

una persona que representa a su país en relaciones internacionales 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
diplomáticos
Παραδείγματα
El diplomático presentó sus credenciales. 

Ο διπλωμάτης παρουσίασε τα διαπιστευτήριά του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store