Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
diferido
01
αναβληθείς, καθυστερημένος
que se aplaza o se realiza en un momento posterior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más diferido
συγκριτικός βαθμός
más diferido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
diferido
αρσενικό πληθυντικό
diferidos
θηλυκό ενικό
diferida
θηλυκό πληθυντικό
diferidas
Παραδείγματα
El pago fue diferido hasta el próximo mes.
Η πληρωμή αναβλήθηκε για τον επόμενο μήνα.
02
προηχογραφημένος, μαγνητοσκοπημένος
que ha sido grabado previamente para ser emitido o reproducido más tarde
Παραδείγματα
El programa fue emitido en diferido.
Το πρόγραμμα μεταδόθηκε μαγνητοσκοπημένο.



























