diferido
di
di
ντι
fe
fe
φε
ri
ˈɾi
ρι
do
ðo
δο
aburridoparecidoforajidodetenido

Ορισμός και σημασία του "diferido"στα ισπανικά

01

αναβληθείς, καθυστερημένος

que se aplaza o se realiza en un momento posterior 
diferido definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más diferido
συγκριτικός βαθμός
más diferido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
diferido
αρσενικό πληθυντικό
diferidos
θηλυκό ενικό
diferida
θηλυκό πληθυντικό
diferidas
θεματικό πεδίο
tiempo, planificación
Παραδείγματα
El pago fue diferido hasta el próximo mes. 

Η πληρωμή αναβλήθηκε για τον επόμενο μήνα.

02

προηχογραφημένος, μαγνητοσκοπημένος

que ha sido grabado previamente para ser emitido o reproducido más tarde 
Παραδείγματα
El programa fue emitido en diferido. 

Το πρόγραμμα μεταδόθηκε μαγνητοσκοπημένο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store