Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
diestro
01
επιδέξιος, έμπειρος
que tiene habilidad, destreza o facilidad para hacer algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más diestro
συγκριτικός βαθμός
más diestro
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
diestro
αρσενικό πληθυντικό
diestros
θηλυκό ενικό
diestra
θηλυκό πληθυντικό
diestras
Παραδείγματα
Es diestro en la cocina.
Είναι επιδέξιος στην κουζίνα.
02
δεξιόχειρας, που χρησιμοποιεί το δεξί χέρι
que usa preferentemente la mano derecha para escribir, comer o realizar tareas
Παραδείγματα
Soy diestro y escribo con la mano derecha.
Είμαι δεξιόχειρας και γράφω με το δεξί χέρι.
03
δεξιός, στα δεξιά
que se encuentra del lado derecho o se mueve hacia ese lado
Παραδείγματα
La puerta está en el lado diestro del pasillo.
Η πόρτα βρίσκεται στη δεξιά πλευρά του διαδρόμου.



























