Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El detonador
01
πυροκροτητής
dispositivo que inicia la explosión de un explosivo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
detonadores
Παραδείγματα
Se retiró el detonador por razones de seguridad.
Ο πυροκροτητής αφαιρέθηκε για λόγους ασφαλείας.



























