Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desgarrador
01
σπαρακτικός, θλιβερός
que causa una gran tristeza o sufrimiento, que conmueve profundamente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más desgarrador
συγκριτικός βαθμός
más desgarrador
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
desgarrador
αρσενικό πληθυντικό
desgarradores
θηλυκό ενικό
desgarradora
θηλυκό πληθυντικό
desgarradoras
Παραδείγματα
La película tenía un final desgarrador que dejó a todos en silencio.
Η ταινία είχε ένα σπαρακτικό τέλος που άφησε όλους σιωπηλούς.



























