Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desfavorable
01
δυσμενής
que no resulta conveniente o positivo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas desfavorable
συγκριτικός βαθμός
mas desfavorable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
desfavorable
αρσενικό πληθυντικό
desfavorables
θηλυκό ενικό
desfavorable
θηλυκό πληθυντικό
desfavorables
Παραδείγματα
El juez dictó una sentencia desfavorable.
Ο δικαστής εξέδωσε δυσμενή απόφαση.



























