Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La deserción
01
εγκατάλειψη σχολείου, αποχώρηση από τη σχολή
acto de abandonar los estudios antes de completarlos
Παραδείγματα
La deserción temprana afecta el futuro laboral de los jóvenes.
Η πρόωρη εγκατάλειψη επηρεάζει τη μελλοντική απασχόληση των νέων.
02
λιποταξία
acto de abandonar un puesto, deber o responsabilidad, especialmente en el ejército
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La deserción de soldados afectó la moral del ejército.
Η λιποταξία των στρατιωτών επηρέασε το ηθικό του στρατού.



























