Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El desconocimiento
01
άγνοια, αγνωσία
falta de conocimiento o información sobre algo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El desconocimiento de la ley no es excusa.
Η άγνοια του νόμου δεν αποτελεί δικαιολογία.



























