Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
derivado
01
παράγωγος,προερχόμενος, اشتقاقی
que proviene o se obtiene a partir de otra cosa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
derivado
αρσενικό πληθυντικό
derivados
θηλυκό ενικό
derivada
θηλυκό πληθυντικό
derivadas
Παραδείγματα
El producto derivado del petróleo es muy usado.
Το παράγωγο προϊόν από το πετρέλαιο χρησιμοποιείται ευρέως.
El derivado
01
υποπροϊόν
producto secundario que se obtiene durante la fabricación de otro principal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
derivados
Παραδείγματα
La glicerina es un derivado de la fabricación de jabón.
Η γλυκερίνη είναι παράγωγο της κατασκευής σαπουνιού.



























