derivado

Ορισμός και σημασία του "derivado"στα ισπανικά

01

παράγωγος,προερχόμενος, اشتقاقی

que proviene o se obtiene a partir de otra cosa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
derivado
αρσενικό πληθυντικό
derivados
θηλυκό ενικό
derivada
θηλυκό πληθυντικό
derivadas
Παραδείγματα
Muchas medicinas son derivadas de fuentes naturales.
Πολλά φάρμακα προέρχονται από φυσικές πηγές.
01

υποπροϊόν

producto secundario que se obtiene durante la fabricación de otro principal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
derivados
Παραδείγματα
El plástico puede generar derivados contaminantes.
Το πλαστικό μπορεί να παράγει ρυπογόνα παράγωγα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store