Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deportar
01
απελαύνω, αποβάλλω
expulsar a una persona de un país por orden de la autoridad, generalmente debido a que su estancia es ilegal o por cometer un delito grave
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
deporto
γ΄ ενικό πρόσωπο
deporta
ενεστώτα μετοχή
deportando
απλός αόριστος
deportó
παθητική μετοχή
deportado
Παραδείγματα
El gobierno decidió deportar al extranjero por quedarse sin visa.
Η κυβέρνηση αποφάσισε να απελάσει τον ξένο για παραμονή χωρίς βίζα.



























