la dentición
den
den
den
ti
ti
ti
ción
ˈθjon
thyon
dimensiónescuadrónmigraciónconmoción

Ορισμός και σημασία του "dentición"στα ισπανικά

01

βγάλσιμο δοντιών, οδοντοφυΐα

proceso por el cual los dientes comienzan a salir en los bebés 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La dentición del bebé comenzó a los seis meses. 

Η οδοντοφυΐα του μωρού ξεκίνησε στους έξι μήνες.

02

οδοντοφυΐα, οδοντοστοιχία

conjunto de dientes presentes en un ser humano o animal 
Παραδείγματα
La dentición del niño está completa a los siete años. 

Η οδοντοφυΐα του παιδιού ολοκληρώνεται στα επτά χρόνια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store