Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La dentición
01
βγάλσιμο δοντιών, οδοντοφυΐα
proceso por el cual los dientes comienzan a salir en los bebés
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La dentición del bebé comenzó a los seis meses.
Η οδοντοφυΐα του μωρού ξεκίνησε στους έξι μήνες.
02
οδοντοφυΐα, οδοντοστοιχία
conjunto de dientes presentes en un ser humano o animal
Παραδείγματα
La dentición del niño está completa a los siete años.
Η οδοντοφυΐα του παιδιού ολοκληρώνεται στα επτά χρόνια.



























