Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La dentición
01
βγάλσιμο δοντιών, οδοντοφυΐα
proceso por el cual los dientes comienzan a salir en los bebés
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
El pediatra revisó la dentición del lactante.
Ο παιδίατρος ελέγχει την οδοντοφυΐα του βρέφους.
02
οδοντοφυΐα, οδοντοστοιχία
conjunto de dientes presentes en un ser humano o animal
Παραδείγματα
La radiografía mostró la dentición del adolescente.
Η ακτινογραφία έδειξε την οδοντοστοιχία του εφήβου.



























