Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
denodado
01
γενναίος
que actúa con valentía y sin temor ante el peligro o las dificultades
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas denodado
συγκριτικός βαθμός
mas denodado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
denodado
αρσενικό πληθυντικό
denodados
θηλυκό ενικό
denodada
θηλυκό πληθυντικό
denodadas
Παραδείγματα
El soldado denodado avanzó sin miedo.
Ο γενναίος στρατιώτης προχώρησε χωρίς φόβο.
02
αποφασιστικός,ατρόμητος, خستگیناپذیر
que actúa con firmeza y determinación ante los obstáculos
Παραδείγματα
Avanzó con paso denodado hacia su objetivo.
Προχώρησε με αποφασιστικό βήμα προς τον στόχο του.



























