demoler
de
de
de
mo
mo
mo
ler
ˈleɾ
ler
escogerofreceralfilercontraer

Ορισμός και σημασία του "demoler"στα ισπανικά

demoler
01

κατεδαφίζω

derribar o destruir completamente un edificio o estructura 
demoler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
demuelo
γ΄ ενικό πρόσωπο
demuele
ενεστώτα μετοχή
demoliendo
απλός αόριστος
demolió
παθητική μετοχή
demolido
Παραδείγματα
Van a demoler el viejo hospital para construir un parque. 

Πρόκειται να κατεδαφίσουν το παλιό νοσοκομείο για να χτίσουν ένα πάρκο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store