demoledor
demoledor

Ορισμός και σημασία του "demoledor"στα ισπανικά

01

καταστροφικός, ολέθριος

que causa gran destrucción o un efecto muy negativo 
demoledor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas demoledor
συγκριτικός βαθμός
mas demoledor
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
demoledor
αρσενικό πληθυντικό
demoledores
θηλυκό ενικό
demoledora
θηλυκό πληθυντικό
demolederas
Παραδείγματα
El terremoto tuvo un efecto demoledor en la ciudad. 

Ο σεισμός είχε καταστροφική επίδραση στην πόλη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store