Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La democracia
[gender: feminine]
01
δημοκρατία
forma de gobierno en la que el poder reside en el pueblo y se ejerce mediante elecciones libres y periódicas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Celebraron elecciones libres para fortalecer la democracia.
Διεξήγαγαν ελεύθερες εκλογές για να ενισχύσουν τη δημοκρατία.



























