Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
demandar
01
μηνύω, κάνω μήνυση
iniciar un proceso legal contra alguien reclamando algo, generalmente una compensación o el cumplimiento de un derecho
Παραδείγματα
La víctima decidió demandar a la compañía por negligencia.
Το θύμα αποφάσισε να καταθέσει αγωγή εναντίον της εταιρείας για αμέλεια.
02
απαιτώ, διεκδικώ
reclamar o pedir algo formalmente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
demando
γ΄ ενικό πρόσωπο
demanda
ενεστώτα μετοχή
demandando
απλός αόριστος
demandó
παθητική μετοχή
demandado
Παραδείγματα
Su abogado demandó el pago inmediato de la deuda.
Ο δικηγόρος του ζήτησε την άμεση πληρωμή του χρέους.



























