Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El demagogo
01
δημαγωγός
un líder político que gana apoyo popular apelando a emociones, prejuicios y promesas irrealistas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
demagogos
Παραδείγματα
El demagogo usó el miedo para ganar votos.
Ο δημαγωγός χρησιμοποίησε τον φόβο για να κερδίσει ψήφους.



























