Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La delincuencia
[gender: feminine]
01
εγκληματικότητα, παραβατικότητα
conjunto de acciones ilegales o criminales cometidas por personas
Παραδείγματα
La delincuencia afecta la economía y la seguridad del país.
Η εγκληματικότητα επηρεάζει την οικονομία και την ασφάλεια της χώρας.



























