Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deambular
01
περιπλανιέμαι,τριγυρίζω, سرگردان بودن
andar sin rumbo fijo de un lugar a otro
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
deambulo
γ΄ ενικό πρόσωπο
deambula
ενεστώτα μετοχή
deambulando
απλός αόριστος
deambuló
παθητική μετοχή
deambulado
Παραδείγματα
Le gusta deambular por la ciudad por las tardes.
Του αρέσει να περιπλανιέται στην πόλη τα απογεύματα.



























