deambular

Ορισμός και σημασία του "deambular"στα ισπανικά

deambular
01

περιπλανιέμαι,τριγυρίζω, سرگردان بودن

andar sin rumbo fijo de un lugar a otro
deambular definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
deambulo
γ΄ ενικό πρόσωπο
deambula
ενεστώτα μετοχή
deambulando
απλός αόριστος
deambuló
παθητική μετοχή
deambulado
Παραδείγματα
Los animales deambulan libremente en esta zona.
Τα ζώα περιφέρονται ελεύθερα σε αυτήν την περιοχή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store