el cólico

Ορισμός και σημασία του "cólico"στα ισπανικά

01

dolor abdominal intenso causado por espasmos, gases o irritación intestinal

γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cólicos
Παραδείγματα
El cólico puede deberse a gases acumulados.
01

κολικός

relativo al cólico o al intestino, especialmente al dolor abdominal espasmódico
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cólico
αρσενικό πληθυντικό
cólicos
θηλυκό ενικό
cólica
θηλυκό πληθυντικό
cólicas
Παραδείγματα
Los espasmos cólicos afectan el abdomen.
Οι κολικοί σπασμοί επηρεάζουν την κοιλιά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store