Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La cólera
01
οργή, θυμός
estado emocional de gran enfado o ira intensa
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La cólera del paciente era evidente.
Η οργή του ασθενούς ήταν εμφανής.
02
χολέρα
enfermedad infecciosa intestinal aguda causada por la bacteria Vibrio cholerae
Παραδείγματα
El cólera se transmite por agua contaminada.
Η χολέρα μεταδίδεται μέσω μολυσμένου νερού.



























