Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El cupón
01
κουπόνι, εισιτήριο
billete o comprobante que da derecho a participar en algo como la lotería o el sorteo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cupones
Παραδείγματα
El cupón es válido solo hoy.
Το εισιτήριο ισχύει μόνο σήμερα.
02
κουπόνι, δελτίο
documento o código que permite obtener un descuento o beneficio
Παραδείγματα
Canjeó el cupón por un descuento.
Εξαργύρωσε το κουπόνι για έκπτωση.



























