Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El cumplimiento
01
εκπλήρωση, πραγματοποίηση
realización o logro de algo previsto o esperado
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cumplimientos
Παραδείγματα
El cumplimiento de sus metas le tomó años.
Η εκπλήρωση των στόχων του πήρε χρόνια.
02
συμμόρφωση
observancia o respeto de normas, leyes o reglas establecidas
Παραδείγματα
El cumplimiento de la ley es obligatorio.
Η συμμόρφωση με τον νόμο είναι υποχρεωτική.



























