Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El cumplimiento
01
εκπλήρωση, πραγματοποίηση
realización o logro de algo previsto o esperado
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cumplimientos
Παραδείγματα
Su vida giraba en torno al cumplimiento personal.
Η ζωή του περιστρεφόταν γύρω από την προσωπική ολοκλήρωση.
02
συμμόρφωση
observancia o respeto de normas, leyes o reglas establecidas
Παραδείγματα
Exigen el cumplimiento estricto de las normas de seguridad.
Απαιτούν την αυστηρή τήρηση των κανόνων ασφαλείας.



























