Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cuantitativo
01
ποσοτικός
relativo a la cantidad o a la medición numérica de algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cuantitativo
αρσενικό πληθυντικό
cuantitativos
θηλυκό ενικό
cuantitativa
θηλυκό πληθυντικό
cuantitativas
Παραδείγματα
El análisis cuantitativo complementa el cualitativo.
Η ποσοτική ανάλυση συμπληρώνει την ποιοτική ανάλυση.



























