Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cuadrangular
01
τετράγωνος, τετράπλευρος
que tiene cuatro lados o una forma con cuatro ángulos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cuadrangular
αρσενικό πληθυντικό
cuadrangulares
θηλυκό ενικό
cuadrangular
θηλυκό πληθυντικό
cuadrangulares
Παραδείγματα
El patio es amplio y cuadrangular.
Η αυλή είναι ευρεία και τετράπλευρη.
El cuadrangular
01
χόουμ ραν, χτύπημα που επιτρέπει στον παίκτη να διασχίσει όλες τις βάσεις
batazo en béisbol que permite al jugador recorrer todas las bases y anotar una carrera
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cuadrangulares
Παραδείγματα
El jugador conectó un cuadrangular en la última entrada.
Ο παίκτης έκανε home run στο τελευταίο inning.



























