criticar
criticar

Ορισμός και σημασία του "criticar"στα ισπανικά

criticar
01

κριτικάρω

expresar un juicio u opinión sobre los defectos o las virtudes de algo o alguien 
criticar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
critico
γ΄ ενικό πρόσωπο
critica
ενεστώτα μετοχή
criticando
απλός αόριστος
criticó
παθητική μετοχή
criticado
Παραδείγματα
No es bueno criticar a los demás. 

Δεν είναι καλό να κριτικάρεις τους άλλους.

02

κριτικάρω

analizar y valorar detalladamente una obra, una idea o una conducta 
criticar definition and meaning
Παραδείγματα
El experto va a criticar la nueva novela. 

Ο ειδικός θα κριτικάρει το νέο μυθιστόρημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store