Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La cristalización
01
κρυστάλλωση
proceso por el cual una sustancia forma cristales al solidificarse o precipitarse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La cristalización del azúcar ocurre al enfriar la solución.
Η κρυστάλλωση της ζάχαρης συμβαίνει όταν ψύχεται το διάλυμα.



























