Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La cristalización
[gender: feminine]
01
κρυστάλλωση
proceso por el cual una sustancia forma cristales al solidificarse o precipitarse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La cristalización forma estructuras sólidas regulares.
Η κρυστάλλωση σχηματίζει κανονικές στερεές δομές.



























