la creencia

Ορισμός και σημασία του "creencia"στα ισπανικά

01

πίστη, πεποίθηση

idea o convicción que una persona considera verdadera sin necesidad de prueba
la creencia definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
creencias
Παραδείγματα
Las creencias influyen en su comportamiento.
Οι πεποιθήσεις επηρεάζουν τη συμπεριφορά τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store