Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
coser
01
ράβω, ενώνω
unir piezas de tela u otro material con hilo y aguja
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
coso
γ΄ ενικό πρόσωπο
cose
ενεστώτα μετοχή
cosiendo
απλός αόριστος
cosió
παθητική μετοχή
cosido
Παραδείγματα
Cosió una falda con tela de flores.
Ράβω μια φούστα με ύφασμα λουλουδιών.
02
ράβω, κάνω ράμματα
cerrar una herida con hilo y aguja especial médica
Παραδείγματα
La enfermera ayudó a coser la herida.
Η νοσοκόμα βοήθησε να ράψει το τραύμα.



























