coser
co
ko
ko
ser
ˈseɾ
ser
cocercomercoger

Ορισμός και σημασία του "coser"στα ισπανικά

01

ράβω, ενώνω

unir piezas de tela u otro material con hilo y aguja 
coser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
coso
γ΄ ενικό πρόσωπο
cose
ενεστώτα μετοχή
cosiendo
απλός αόριστος
cosió
παθητική μετοχή
cosido
Παραδείγματα
Ella sabe coser vestidos muy bonitos. 

Ξέρει να ράβει πολύ όμορφα φορέματα.

02

ράβω, κάνω ράμματα

cerrar una herida con hilo y aguja especial médica 
coser definition and meaning
Παραδείγματα
El médico tuvo que coser la herida. 

Ο γιατρός έπρεπε να ράψει το τραύμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store