Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cortesano
01
αυλικός, ευγενικός
relativo a la corte o propio del ambiente de la corte
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cortesano
αρσενικό πληθυντικό
cortesanos
θηλυκό ενικό
cortesana
θηλυκό πληθυντικό
cortesanas
Παραδείγματα
Su lenguaje era elegante y cortesano.
Η γλώσσα του ήταν κομψή και αυλική.



























