Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La corporación
01
εταιρεία, οργανισμός
empresa o entidad formada por varias personas para actividades comerciales o institucionales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
corporaciones
Παραδείγματα
La corporación fue fundada hace más de 50 años.
Η εταιρεία ιδρύθηκε πριν από περισσότερα από 50 χρόνια.



























