contractual

Ορισμός και σημασία του "contractual"στα ισπανικά

contractual
01

συμβατικός

relacionado con un contrato o que se deriva de él; estipulado o acordado en un contrato
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
contractual
αρσενικό πληθυντικό
contractuales
θηλυκό ενικό
contractual
θηλυκό πληθυντικό
contractuales
Παραδείγματα
El abogado revisó las responsabilidades contractuales de su cliente.
Ο δικηγόρος εξέτασε τις συμβατικές ευθύνες του πελάτη του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store