continuado
continuado

Ορισμός και σημασία του "continuado"στα ισπανικά

continuado
01

συνεχής, αδιάκοπος

que ocurre sin interrupción o de manera constante 
continuado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más continuado
συγκριτικός βαθμός
más continuado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
continuado
αρσενικό πληθυντικό
continuados
θηλυκό ενικό
continuada
θηλυκό πληθυντικό
continuadas
Παραδείγματα
El ruido continuado dificultaba concentrarse. 

Ο συνεχής θόρυβος δυσκόλευε τη συγκέντρωση.

01

κινηματογράφος, σάλα κινηματογράφου

establecimiento donde se proyectan películas 
el continuado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
continuados
Παραδείγματα
Fuimos al continuado a ver la última película de acción. 

Πήγαμε στον κινηματογράφο για να δούμε την τελευταία ταινία δράσης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store