el consuelo
consuelo

Ορισμός και σημασία του "consuelo"στα ισπανικά

01

παρηγοριά

un alivio emocional, apoyo o algo que mitiga el dolor, la pena o la preocupación 
el consuelo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
consuelos
Παραδείγματα
Sus palabras de aliento fueron un gran consuelo para mí. 

Τα λόγια ενθάρρυνσής του ήταν μια μεγάλη παρηγοριά για μένα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store