Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
constitucional
01
συνταγματικός, συνταγματικός
que está de acuerdo o autorizado por la constitución
Παραδείγματα
La crisis constitucional paralizó el gobierno.
Η συνταγματική κρίση παρέλυσε την κυβέρνηση.



























