Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conspirar
01
συνωμοτώ, συνωμοτώ
planear en secreto con otras personas hacer algo ilegal o dañino
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
conspiro
γ΄ ενικό πρόσωπο
conspira
ενεστώτα μετοχή
conspirando
απλός αόριστος
conspiró
παθητική μετοχή
conspirado
Παραδείγματα
Varios grupos opositores conspiraron para organizar la protesta masiva.
Πολλές αντιπολιτευτικές ομάδες συνωμοτήθηκαν για να οργανώσουν τη μαζική διαδήλωση.



























