Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conspirar
01
συνωμοτώ, συνωμοτώ
planear en secreto con otras personas hacer algo ilegal o dañino
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
conspiro
γ΄ ενικό πρόσωπο
conspira
ενεστώτα μετοχή
conspirando
απλός αόριστος
conspiró
παθητική μετοχή
conspirado
Παραδείγματα
Los generales comenzaron a conspirar contra el rey.
Οι στρατηγοί άρχισαν να συνωμοτούν εναντίον του βασιλιά.



























