considerar

Ορισμός και σημασία του "considerar"στα ισπανικά

considerar
01

θεωρώ, λαμβάνω υπόψη

pensar o tener en cuenta algo o a alguien
considerar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
considero
γ΄ ενικό πρόσωπο
considera
ενεστώτα μετοχή
considerando
απλός αόριστος
consideró
παθητική μετοχή
considerado
Παραδείγματα
Considera todas las posibilidades antes de actuar.
Σκέψου όλες τις πιθανότητες πριν δράσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store