Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El conserje
01
θυρωρός
persona encargada de la recepción, atención e información en un edificio o establecimiento
02
θυρωρός, επιστάτης
persona encargada del mantenimiento, limpieza y control de acceso en un edificio
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
conserjes



























