Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
consentidor
01
επιεικής, καλομαθημένος
que muestra excesiva indulgencia o cariño hacia alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más consentidor
συγκριτικός βαθμός
más consentidor
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
consentidor
αρσενικό πληθυντικό
consentidores
θηλυκό ενικό
consentidora
θηλυκό πληθυντικό
consentidoras
Παραδείγματα
Es un padre consentidor con su hijo.
Είναι ένας υπερβολικά επιεικής πατέρας με τον γιο του.



























