consentidor

Ορισμός και σημασία του "consentidor"στα ισπανικά

consentidor
01

επιεικής, καλομαθημένος

que muestra excesiva indulgencia o cariño hacia alguien
Παραδείγματα
Su pareja es consentidora y le cumple todos los caprichos.
Ο σύντροφός του είναι υπερβολικά επιεικής και ικανοποιεί όλες τις ιδιοτροπίες του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store