confirmar

Ορισμός και σημασία του "confirmar"στα ισπανικά

confirmar
01

επιβεβαιώνω

asegurar que algo es correcto o verdadero
confirmar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
confirmo
γ΄ ενικό πρόσωπο
confirma
ενεστώτα μετοχή
confirmando
απλός αόριστος
confirmó
παθητική μετοχή
confirmado
Παραδείγματα
Confirmó la noticia en varios medios.
Επιβεβαιώνω την είδηση σε διάφορα μέσα.
02

επιβεβαιώνω

mantener o validar una decisión, sentencia o fallo previo, especialmente por un tribunal superior
Παραδείγματα
El tribunal confirmó la validez del contrato.
Το δικαστήριο επιβεβαίωσε την εγκυρότητα της σύμβασης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store