confidencial

Ορισμός και σημασία του "confidencial"στα ισπανικά

confidencial
01

εμπιστευτικό

información que debe mantenerse privada y no divulgarse
confidencial definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más confidencial
συγκριτικός βαθμός
más confidencial
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
confidencial
αρσενικό πληθυντικό
confidenciales
θηλυκό ενικό
confidencial
θηλυκό πληθυντικό
confidenciales
Παραδείγματα
Solo el personal autorizado puede acceder a información confidencial.
Μόνο εξουσιοδοτημένο προσωπικό μπορεί να έχει πρόσβαση σε εμπιστευτικές πληροφορίες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store