Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La compensación
01
αποζημίωση, αντιστάθμιση
reparación o pago por un daño, pérdida o perjuicio
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
compensaciones
Παραδείγματα
Recibió una compensación por el accidente.
Έλαβε αποζημίωση για το ατύχημα.
02
αποζημίωση, αμοιβή
remuneración o pago por un trabajo realizado
Παραδείγματα
La compensación por horas extra es obligatoria.
Η αποζημίωση για υπερωρίες είναι υποχρεωτική.



























