Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
colonizar
01
αποικίζω
ocupar y establecer control sobre un territorio extranjero
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
colonizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
coloniza
ενεστώτα μετοχή
colonizando
απλός αόριστος
colonizó
παθητική μετοχή
colonizado
Παραδείγματα
Las potencias europeas colonizaron varias regiones.
Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις αποίκησαν αρκετές περιοχές.



























