Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
colonizar
01
αποικίζω
ocupar y establecer control sobre un territorio extranjero
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
colonizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
coloniza
ενεστώτα μετοχή
colonizando
απλός αόριστος
colonizó
παθητική μετοχή
colonizado
Παραδείγματα
Los colonizadores llegaron para colonizar la zona.
Οι αποικιστές έφτασαν για να αποικίσουν την περιοχή.



























