colonialista
co
ko
ko
lon
lon
lon
ia
ja
ya
lis
lis
lis
ta
ta
ta

Ορισμός και σημασία του "colonialista"στα ισπανικά

colonialista
01

αποικιοκρατικός

relativo a la política de extender el control sobre otros territorios, o que la apoya 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
colonialista
αρσενικό πληθυντικό
colonialistas
θηλυκό ενικό
colonialista
θηλυκό πληθυντικό
colonialistas
θεματικό πεδίο
política, historia, geografía
Παραδείγματα
La potencia colonialista dominó la región durante décadas. 

Η αποικιοκρατική δύναμη κυριαρχούσε στην περιοχή για δεκαετίες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store