el colectivista

Ορισμός και σημασία του "colectivista"στα ισπανικά

El colectivista
[gender: masculine]
01

συλλογιστής, υποστηρικτής του συλλογισμού

una persona que defiende la primacía del grupo o la colectividad sobre el individuo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
colectivistas
Παραδείγματα
Como colectivista, rechaza el individualismo extremo.
Συλλογιστής, απορρίπτει τον ακραίο ατομικισμό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store