el colaborador
co
ko
ko
la
la
la
bo
bo
bo
ra
ɾa
ra
dor
ˈðoɾ
dhor
embriagadorhistoriadoremprendedordesgarrador

Ορισμός και σημασία του "colaborador"στα ισπανικά

El colaborador
01

συνεργάτης

una persona que trabaja con otra en un proyecto común 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
colaboradores
Παραδείγματα
Mi colaborador es muy eficiente. 

Ο συνεργάτης μου είναι πολύ αποτελεσματικός.

colaborador
01

συνεργατικός, συνεργαζόμενος

que ayuda o trabaja con otros en una tarea 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más colaborador
συγκριτικός βαθμός
más colaborador
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
colaborador
αρσενικό πληθυντικό
colaboradores
θηλυκό ενικό
colaboradora
θηλυκό πληθυντικό
colaboradoras
Παραδείγματα
El equipo mostró un espíritu colaborador. 

Η ομάδα έδειξε συνεργατικό πνεύμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store