Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El colaborador
[gender: masculine]
01
συνεργάτης
una persona que trabaja con otra en un proyecto común
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
colaboradores
Παραδείγματα
Perdimos a un colaborador valioso.
Χάσαμε έναν πολύτιμο συνεργάτη.
colaborador
01
συνεργατικός, συνεργαζόμενος
que ayuda o trabaja con otros en una tarea
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más colaborador
συγκριτικός βαθμός
más colaborador
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
colaborador
αρσενικό πληθυντικό
colaboradores
θηλυκό ενικό
colaboradora
θηλυκό πληθυντικό
colaboradoras
Παραδείγματα
Mantuvimos una charla colaboradora.
Διατηρήσαμε μια συνεργατική συζήτηση.



























