Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El cobro
01
είσπραξη
acción de recibir o cobrar una cantidad de dinero
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cobros
Παραδείγματα
El cobro de las facturas se realiza cada mes.
Η είσπραξη των τιμολογίων πραγματοποιείται κάθε μήνα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
cobro
bro



























