Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El cobrador
01
οδηγός, συνοδηγός
persona que conduce un vehículo o cobra pasaje
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cobradores
Παραδείγματα
El cobrador manejaba el autobús por la ciudad.
Ο οδηγός οδηγούσε το λεωφορείο στην πόλη.
02
εισπράκτορας, αναγκαστικός εισπράκτορας
persona que exige el pago de deudas
Παραδείγματα
El cobrador llamó varias veces para exigir el pago.
Ο εισπράκτορας τηλεφώνησε αρκετές φορές για να απαιτήσει την πληρωμή.



























