el cobrador
cob
koβ
kob
ra
ɾa
ra
dor
ˈðoɾ
dhor
compradorcolgadorcortadorcontador

Ορισμός και σημασία του "cobrador"στα ισπανικά

01

οδηγός, συνοδηγός

persona que conduce un vehículo o cobra pasaje 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cobradores
Παραδείγματα
El cobrador manejaba el autobús por la ciudad. 

Ο οδηγός οδηγούσε το λεωφορείο στην πόλη.

02

εισπράκτορας, αναγκαστικός εισπράκτορας

persona que exige el pago de deudas 
Παραδείγματα
El cobrador llamó varias veces para exigir el pago. 

Ο εισπράκτορας τηλεφώνησε αρκετές φορές για να απαιτήσει την πληρωμή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store